Για τέταρτη φορά, τώρα στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα, παρουσιάζει τη συλλογή της, από 20 έργα, του αρχαγγελικού λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, η Εμπορική Τράπεζα. Τη συλλογή αυτή πρωτοπαρουσίασα στην αθηναϊκή εφημερίδα «Εξόρμηση»
Για τέταρτη φορά, τώρα στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα, παρουσιάζει τη συλλογή της, από 20 έργα, του αρχαγγελικού λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, η Εμπορική Τράπεζα. Τη συλλογή αυτή πρωτοπαρουσίασα στην αθηναϊκή εφημερίδα «Εξόρμηση» (12-12-1981, φύλλο 193, μη γράφουμε ό,τι μας καπνίσει).
Τα 13 έργα από τη συλλογή της πρωτοπαρουσίασε η Εμπορική Τράπεζα σ’ έκθεση (16 - 26 Νοέμβρη 1981), στο υποκατάστημά της, στην Αγία Παρασκευή Αττικής, δίπλα στο μέγαρο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Κατόπι, το 1983 στην Εθνική Πινακοθήκη, στην Αθήνα, για τα 50 χρόνια από το θάνατο του Θεόφιλου, παρουσίασε 14 έργα του. Το Γενάρη 1995, με τίτλο «Θεόφιλος Γ.Χ”Μιχαήλ - Στοιχεία Ελληνικής Ταυτότητας», στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών παρουσίασε τη συλλογή με 26 (είχε αγοράσει κι άλλα), με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 60 χρόνια από το θάνατο του Θεόφιλου.
Οι ζωγραφιές αυτές είναι από τα τελευταία χρόνια της ζωής του λαϊκού καλλιτέχνη (1928 - 1933, πέθανε Μάρτη 1934), που λογαριάζονται τα πιο σημαντικά σε καλλιτεχνική δημιουργία. 12 είναι ζωγραφισμένα σε πανί (κάμποτο) με νεροχρώματα και οχτώ φιλοτεχνημένα με λαδομπογιές σε ξύλο. Τα περισσότερα έχουνε την υπογραφή «Έργον Θεοφίλου Γ. Χ”Μιχαήλ» και χρονολογία, εξόν από εφτά, που το ένα έχει τα αρχικά «Θ.Γ. Χ”.Μ.» αχρονολόγητο κι έξι εντελώς ανυπόγραφα κι αχρονολόγητα.
Η συλλογή έχει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Από τα 20 έργα του Θεόφιλου, που θεωρήθηκαν η «γνησιότερη φωνή της Νεώτερης Ελλάδας», τα μισά είναι γνωστά θέματα από τη ζωγραφική του, ενώ τ’ άλλα 10 σχεδόν άγνωστα ή λιγότερο γνωστά απ’ αυτά που ξέρουμε ή έχουμε δει σ’ εκθέσεις που οργανωθήκανε κάποτε.
Τα γνωστά έργα είναι: Ο Ήρως Μάρκος Μπότσαρης έπεσε μαχόμενος εις εν Καρπενησίω στρατόπεδον των Τούρκων το 1823, 1933. Η Άγρα των Άρκτων υπό των Κοζάκων Ρώσσων, 1933. Κυνηγός. Κυνήγι λαγού. Αρκουδιάρης. Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός ποταμός, 1930. Η Αγία πόλις Ιερουσαλήμ, Εν Μυτιλήνη 1932. Ο Ιππόδρομος Φαλήρου, Εν Μυτιλήνη 1930. ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ, με τους στίχους πλάι στον τίτλο του έργου:
«Μέρα νύχτα στ’ ακρογιάλι
με τη βάρκα σε προσμένο
έλα έλα που αναπνέω
με παράπονο πικρόν
θα μου δεις της γης νεκρόν».
Διά σχυνοίου σκάλας ο Ερωτόκριτος εις τον εξώστην αναβιβαζόμενος ο Ερωτόκριτος χαιρετών την Αρετούσαν.
Και άγνωστα
Τα άγνωστα έργα είναι: Κρήτες Οπλαρχηγοί, 1930. Χωροφυλακή Ηγεμονίας Σάμου, 1930. ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Ο ΚΑΡΑΒΟΣ, 1911. Εν Σμύρνη Τουρκικόν Πεταλοποιείον, 1930. Αλβανιτόβλαχοι εν Θεσσαλία κάτοικοι με τα γίδια τους και Αγελάδας κατασκευάζοντες τυρίον και βούτηρον, 1933. Σερβογύφτυσες Μάγισες, 1933. Πρόσφυγες Ελληνίδες εκ της Αγχιάλλου της Βουλγαρίας Διαμένουσι εις την Θεσσαλίαν, 1928. Αλβανός Γκέκας και η γυνή του από τη Σκόντρα της Αλβανίας, 1928. Έφιππος Νοικοκύρης. Ναύτης με το κορίτσι του στην ακρογιαλιά. Όλα σχεδόν τα έργα είναι σε πολύ καλή κατάσταση, με ζωηρά χρώματα, σα να γίνανε στις μέρες μας, τα περισσότερα σε μεγάλες διαστάσεις, με μεγαλύτερον τον πίνακα «Χωροφυλακή Ηγεμονίας Σάμου». Ανάμεσα στα έργα της συλλογής της Εμπορικής Τράπεζας ξεχωρίζουν:
«Η Πρωτεύουσα της Θεσσαλίας Λάρισσα και ο Πηνειός ποταμός». (Η πόλη με το ποτάμι της, κι άνθρωποι, πρόβατα, αγελάδες στις όχθες του. Σπίτια, εκκλησιές, τζαμιά και μιναρέδες). «Αλβανός Γκέκας και η γυνή του από τη Σκόντρα της Αλβανίας (Πορτραίτα του ζευγαριού με δάσος στο βάθος. Ο Αλβανός καθιστός διπλοπόδι κι η γυναίκα του όρθια δεξιά του με την τοπική φορεσιά της. Κι οι δυο οπλισμένοι. Δυο πουλιά πετάνε σε δέντρα).
«Πρόσφυγες Ελληνίδες εκ της Αγχιάλλου της Βουλγαρίς, Διαμένουσαι εις την Θεσσαλίαν». (δυο γυναικείες μορφές, όρθιες, με τις τοπικές φορεσιές τους. Η μια βαστά στάμνα ζωγραφισμένη στο δεξί της χέρι, κι η άλλη ακουμπά το χέρι της στον ώμο της πρώτης, πλάι σε μια διακοσμημένη κολώνα με γλάστρα. Πολύ όμορφες και γραφικές φιγούρες).
«Αλβανιτόβλαχοι εν Θεσσαλία κάτοικοι με τα γίδια τους και αγελάδας κατασκευάζοντες τυρίον και βούτηρον». (Ποιμενικό σ’ εξοχικό τοπίο. Ένας Βλάχος καθιστός κοντά σε μικρή λίμνη με πάπιες. Γύρω σκύλος, μοσχαράκι, λαγοί να βόσκουν. Η μια Βλάχα αρμέγει αγελάδα. Κατσίκα, κότες, κόκορας, σκύλος, που η ουρά του είναι έξω από το περίγραμμα του πίνακα. Ξυλοβάρελα για τυρί αραδιασμένα έξω από το καλύβι με καπνοδόχο στη στέγη και μια γάτα να περπατά στα κεραμίδια. Η άλλη Βλάχα αρμέγει κατσίκα, ενώ ο δεύτερος Βλάχος, με την τοπική φορεσιά του, κουβαλά στο καλύβι δυο κουβάδες με γάλα).
«ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ», αχρονολόγητο, μέσα σε πλαίσιο διακοσμημένο με λουλούδια στις τέσσερις γωνιές (Ο ναύτης με τη ναυτική γαλάζια στολή του, όρθιος στη βάρκα, αποχαιρετά με χειραψία την κοπέλα του, που φορά κόκκινη ζακέτα, πράσινη φούστα και βαστά στο χέρι της ομπρέλα κλειστή προς τα κάτω. Στη μέση της θάλασσας δικάταρτο πλεούμενο με πανιά κι ένα ναύτη στο κατάστρωμα, ενώ στο βάθος, στο κατάγιαλο, ξεχωρίζει ένα μικρό χωριό).
«Χωροφυλακή Ηγεμονίας Σάμου». (Απόσπασμα με πέντε χωροφύλακες και τον αξιωματικό τους στην κορυφή, όλοι φουστανελοφόροι με γαλάζιες φουστανέλες, κόκκινα φουντωτά φεσάκια, τσαρούχια, όλοι μουστακοφόροι, παρουσιάζουν όπλα με ξιφολόγχη. Ο αξιωματικός χαιρετά με τη σπάθα υψωμένη προς το κεφάλι του. Στο τέλος της ομάδας κυματίζει σημαία με άσπρο σταυρό στη μέση και με γαλάζια και κόκκινα τα πλαϊνά τετράγωνα, γύρω από το σταυρό. Στο βάθος χαμηλά βουνά).
«Η ζωγραφική του Θεόφιλου βγαίνει γυμνή μεσ’ από τη διήγησή του. Γίνεται ζωγράφος από ενθουσιασμό για το θέμα».